Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

compteur στα ελληνικά
compteur
λέγεται
κοντέρ
.
compteur
σημαίνει στα ελληνικά
μετρητής / ρολόι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- compteur / appareil à compter : μετρητής
- compteur : μετρητής
- compteur : απαριθμητής
- compteur : μετρητής / μετρητής ολοκληρώσεως
- compteur / circuit compteur : κύκλωμα μέτρησης / διαιρέτης συχνότητας
- compteur : μετρητής ταινίας
Subscribe
0 Comments


