Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

concéder στα ελληνικά
concéder
λέγεται
κονσεντέ
.
concéder
σημαίνει στα ελληνικά
ενδίδω / εκχωρώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- concédant : κύριος των υποθέσεων
- ligne affermée / ligne concédée : παραχωρηθείσα γραμμή
- service concédé : εκχωρηθείσα υπηρεσία / παραχωρηθείσα υπηρεσία
- autoroute à péage / autoroute concédée : αυτοκινητόδρομος με διόδια
- territoire concédé : περιοχή για την οποία έχει χορηγηθεί άδεια εκμετάλλευσης
- donneur de licence / concédant de licence : ο παρέχων άδεια / ο χορηγών άδεια
- technologie concédée : εκχωρηθείσα τεχνολογία / παραχωρούμενη τεχνολογία
- technologie concédée : παραχωρούμενη τεχνολογία
- concéder une licence : παραχωρούν άδεια
Subscribe
0 Comments


