Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

conciliant στα ελληνικά
conciliant
λέγεται
κονσιλιάν
.
conciliant
σημαίνει στα ελληνικά
συμβιβαστικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- concilier : συμφιλιώνω
- concilier le mieux : συμβιβάζει καλύτερα
- l'Office invite les parties à se concilier : το Γραφείο καλεί τους διαδίκους σε συμβιβασμό
Subscribe
0 Comments


