Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

concluant στα ελληνικά
concluant
λέγεται
κονκλυάν
.
concluant
σημαίνει στα ελληνικά
πειστικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- conclure / présenter des conclusions : αναπτύσσω προτάσεις σε μια ορισμένη υπόθεση
- ACP-UE / Assemblée paritaire de la Convention conclue entre les Etats d'Afrique, des Caraïbes et du Pacifique et l'Union européenne : Συνέλευση ΄Ισης Εκπροσώπησης της Σύμβασης που συνάφθηκε μεταξύ των κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού και Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης
- AHCC / autorité habilitée à conclure des contrats d'engagement : ΑΑΣΣΠ / Αρμόδια Αρχή για τη Σύναψη των Συμβάσεων Πρόσληψης
- traité conclu : συνθήκη συνομολογούμενη
- conclure un accord : συνάπτω συμφωνία' συνομολογώ συμφωνία
- conclure un marché : συνάπτω μία σύμβαση
- contrat de consommation / contrat conclu par un consommateur : σύμβαση καταναλωτών
- verdict "non concluant" : απόφαση "inconclusive"(ακαταληξία)
- contrat conclu à distance / contrat négocié à distance : σύμβαση συναπτόμενη από απόσταση / σύμβαση διαπραγματευόμενη από απόσταση
- conclure un swap au pair : συνάπτω πράξη "swap" στο άρτιο
Subscribe
0 Comments


