Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

conclusion στα ελληνικά
conclusion
λέγεται
κονκλυζιόν
.
conclusion
σημαίνει στα ελληνικά
επίλογος / συμπέρασμα / πόρισμα / κατάληξη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- conclusion : συμπέρασμα
- corps / conclusion : επόμενος / δεξιό τμήμα
- conclusions : πορίσματα
- conclusions : διαδικαστικό έγγραφο
- conclusions : προτάσεις / αιτήσεις παροχής δικαστικής προστασίας
- conclusions : καταληκτική ενέργεια
- conclure / présenter des conclusions : αναπτύσσω προτάσεις σε μια ορισμένη υπόθεση
- en conclusion : τέλος
- conclusions d'audit : πορίσματα του ελέγχου
- conclusion favorable : ευνοϊκό συμπέρασμα
Subscribe
0 Comments


