Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

condamner στα ελληνικά
condamner
λέγεται
κονντανέ
.
condamner
σημαίνει στα ελληνικά
καταδικάζω / φράζω / ξεγράφω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- carcasse condamnée : απορριφθέν σφάγιο
- désarmer un navire / condamner un bateau : παροπλίζω ένα πλοίο / αχρηστεύω ένα πλοίο λόγω βλάβης
- matériaux condamnés : υλικά που έχουν μολυνθεί
- condamner un départ : φραγή μιας διακλαδώσεως
- aliéner un appareil / condamner la télécommande d'un appareil : θέση εκτός λειτουργίας του τηλεχειρισμού μιας συσκευής / μη δυνατότης χειρισμού μιας συσκευής από τον τηλεχειρισμό της
- condamner par défaut / condamner par contumace : καταδικάζω ερήμην
- condamner aux dépens : καταδικάζω στη δικαστική δαπάνη
- condamner aux dépens : καταδικάζω στα δικαστικά έξοδα
- délire de remise de peine / délire de grâce des condamnés : "μανία αμνηστίας"
- entrepôt à viandes condamnées : χώρος εναποθήκευσης ακατάλληλων κρεάτων
Subscribe
0 Comments


