Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

conditionnel στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
conditionnel
λέγεται
κονντισιονέλ
.
conditionnel
σημαίνει στα ελληνικά
με όρους / δυνητική
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • conditionnel / conditionnellement : (C) / υπό συνθήκη
  • engagements / engagements conditionnels et opérations en cours : υποχρεώσεις υπό όρους / προσδοκόμενες υποχρεώσεις
  • conditionnelle : C / υπό συνθήκη
  • actif éventuel / avoir conditionnel : προσδοκόμενο ενεργητικό / ενδεχόμενο περιουσιακό στοιχείο
  • aide liée / aide conditionnelle : βοήθεια υπό όρους
  • actifs éventuels / actifs conditionnels : υπό αίρεση/εξαρτημένα περιουσιακά στοιχεία
  • marché d'options / marché à options : χρηματιστήριο προαιρέσεων
  • visa conditionnel : θεώρηση υπό όρους / θεώρηση υπό αίρεση
  • saut conditionnel / branchement conditionnel : άλμα υπό συνθήκη
  • test conditionnel : δεσμευμένος έλεγχος

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments