Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

conditionnel στα ελληνικά
conditionnel
λέγεται
κονντισιονέλ
.
conditionnel
σημαίνει στα ελληνικά
με όρους / δυνητική
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- conditionnel / conditionnellement : (C) / υπό συνθήκη
- engagements / engagements conditionnels et opérations en cours : υποχρεώσεις υπό όρους / προσδοκόμενες υποχρεώσεις
- conditionnelle : C / υπό συνθήκη
- actif éventuel / avoir conditionnel : προσδοκόμενο ενεργητικό / ενδεχόμενο περιουσιακό στοιχείο
- aide liée / aide conditionnelle : βοήθεια υπό όρους
- actifs éventuels / actifs conditionnels : υπό αίρεση/εξαρτημένα περιουσιακά στοιχεία
- marché d'options / marché à options : χρηματιστήριο προαιρέσεων
- visa conditionnel : θεώρηση υπό όρους / θεώρηση υπό αίρεση
- saut conditionnel / branchement conditionnel : άλμα υπό συνθήκη
- test conditionnel : δεσμευμένος έλεγχος
Subscribe
0 Comments


