Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

confirmer στα ελληνικά
confirmer
λέγεται
κονφιρμέ
.
confirmer
σημαίνει στα ελληνικά
επιβεβαιώνω / διαβεβαιώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- confirmer : επιβεβαιώνω
- confirmé : έμπειρος
- cas confirmé : επιβεβαιωμένο κρούσμα
- à confirmer : προς επιβεβαίωση / μένει να επιβεβαιωθεί
- confirmation / réservation confirmée : επιβεβαίωση / επιβεβαίωση κράτησης
- commis confirmé : ανώτερος βοηθός γραφείου
- titre confirmé / valeur confirmée : παραδοσιακά χρεόγραφα με σχετικά σταθερές τιμές και ικανοποιητική απόδοση
- crédit confirmé / accréditif confirmé : επιβεβαιωμένη πίστωσις / επιβεβαιωμένη πιστωτική επιστολή
- pilote confirmé : ανώτερος ιεραρχικά χειριστής
- juriste confirmé : ανώτερος νομικός σύμβουλος
Subscribe
0 Comments


