Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

confusion στα ελληνικά
confusion
λέγεται
κονφυζιόν
.
confusion
σημαίνει στα ελληνικά
σύγχυση / ασάφεια / αμηχανία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- confusion : σύγχυση
- confusion : σύγχισις παραγόντων κατατάξεως
- confusion / engourdissement : θόλωση συνειδήσεως / επισκότιση συνειδήσεως
- double confusion : διπλή σύμμιξη
- confusion mentale : διανοπτική σύγχυση
- confusion mentale : παραλήρημα / σύγχυση ιδεών
- cône de confusion : κώνος σύγχυσης
- confusion mentale : διανοητική σύγχυση
Subscribe
0 Comments


