Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

consacrer στα ελληνικά
consacrer
λέγεται
κονσακρέ
.
consacrer
σημαίνει στα ελληνικά
αφιερώνω / καθιερώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- consacrer : επικυρώ / παγιώνω
- registre consacré / registre à rôle fixe : αφιερωμένο αρχείο
- chaîne consacrée aux sports / chaîne thématique à vocation sportive : αποκλειστικά αθλητικός σταθμός
- temps consacré à la publicité : διαφημιστικός κορεσμός
- programme consacré à l'emploi : πρόγραμμα σχετικά με την απασχόληση
- vacance consacrée aux randonnées : διακοπές με κύρια δραστηριότητα την πεζοπορία
- réunion consacrée à la gestion des stocks : συνεδρίαση για τη διαχείριση των αποθεμάτων
- atelier consacré aux questions de procédure : εργαστήρια για διαδικαστικά θέματα
- session extraordinaire consacrée au désarmement / session extraordinaire de l'Assemblée générale des Nations unies consacrée au désarmement : Ειδική σύνοδος της Γενικής Συνέλευσης για τον αφοπλισμό
- le travail salarié consacre l'émancipation des femmes : η μισθωτή εργασία εδραιώνει τη χειραφέτηση των γυναικών
Subscribe
0 Comments


