Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

consécration στα ελληνικά
consécration
λέγεται
κονσεκρασιόν
.
consécration
σημαίνει στα ελληνικά
στέψη / επιβράβευση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- consécration légale : νομική αναγνώριση / νομοθετική αναγνώριση
- consécration constitutionnelle : συνταγματική αναγνώριση
- consécration par convention collective : αναγνώριση της συλλογικής σύμβασης εργασίας
Subscribe
0 Comments


