Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

consécutif στα ελληνικά
consécutif
λέγεται
κονσεκυτίφ
.
consécutif
σημαίνει στα ελληνικά
συνεχόμενος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- consécutif : Διαδοχικός
- consécutif : διαδοχικός
- consécutif : επόμενος / συναπτός
- consécutive / interprétation(en)consécutive : διαδοχική διερμηνεία
- réplique / secousse consécutive : μετασεισμός / μετασεισμική δόνηση
- image consécutive : μετείκασμα
- réunions groupées / réunions consécutives : διαδοχικές συνεδριάσεις
- cabotage consécutif : επακόλουθη ακτοπλοϊκή μεταφορά
- angiite consécutive : αγγειϊτιδα
- section consécutive : παρακείμενες αναπηδήσεις
Subscribe
0 Comments


