Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

consensus στα ελληνικά
consensus
λέγεται
κονσανσύς
.
consensus
σημαίνει στα ελληνικά
διακανονισμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- consensus : συναίνεση
- consensus : γενική συναίνεση
- consensus : ομοφωνία / συναίνεση
- Consensus OCDE / Arrangement relatif à des lignes directrices pour les crédits à l'exportation bénéficiant d'un soutien public : Consensus ΟΟΣΑ / Διακανονισμός περί των κατευθυντηρίων γραμμών στον τομέα των εξαγωγικών πιστώσεων οι οποίες τυγχάνουν δημόσιας στήριξης
- vote de consensus : συναινετική ψήφος
- groupe du consensus : ομάδα συναίνεσης
- gestion de consensus : διαχείριση συναίνεσης
- principe du consensus : αρχή της συναίνεσης
Subscribe
0 Comments


