Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

conserve στα ελληνικά
conserve
λέγεται
κονσέρβ
.
conserve
σημαίνει στα ελληνικά
κονσέρβα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- conserve / conserves : διατήρηση/κονσερβοποίηση
- conserve : κονσερβοποίηση
- conserver / mettre en conserve : διατηρώ / κονσερβοποιώ
- S3914 / S3-9-14 : Σ3/9
- S391449 / S3-9-14-49 : Σ3/9
- S3949 / S3-9-49 : Σ3/9
- conserver : συντηρεί
- ASFALEC / Association des fabricants de laits de conserve des pays de la CE : ASFALEC / Ενωση Παρασκευαστών Διατηρημένου Γάλακτος των Χωρών της ΕΚ
- conserver : διατηρώ
- S3/7 : Σ3/7
Subscribe
0 Comments


