Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

consigner στα ελληνικά
consigner
λέγεται
κονσινιέ
.
consigner
σημαίνει στα ελληνικά
απαγορεύω έξοδο / χρεώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- consigner : καταχωρώ
- consigner : αναφέρω γραπτώς
- consigner : καταθέτω δημόσια
- consigner : παρακαταθέτω
- consigne : εγγύηση επιστροφής
- consigne : παρακαταθήκη
- consigne : εντολή / παράγγελμα
- consigne / consigne des bagages : φύλαξη αποσκευών / χώρος φύλαξης αποσκευών
- parcotrain / consigne-garage : πάρκιν σιδηροδρομικού σταθμού / χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων σε σιδηροδρομικό σταθμό
Subscribe
0 Comments


