Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

consolidation στα ελληνικά
consolidation
λέγεται
κονσολιντασιόν
.
consolidation
σημαίνει στα ελληνικά
στερέωση / παγίωση / εδραίωση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- consolidation / consolidation officieuse : ανεπίσημη ενοποίηση / ερμηνευτική κωδικοποίηση
- consolidation : ενοποίηση
- consolidation : ενοποίηση των λογαριασμών / ενοποίηση
- consolidation / consolidation d'entreprises : ενοποίηση επιχειρήσεων
- consolidation : πράξη αναδιάταξης / πράξη παγιοποίησης
- consolidation : συνίζησις
- consolidation : εργασίες ενίσχυσης / εργασίες στήριξης.
- consolidation : στερέωσις / στερεοποίησις
- consolidation : σταθεροποίηση
Subscribe
0 Comments


