Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

consommation στα ελληνικά
consommation
λέγεται
κονσομασιόν
.
consommation
σημαίνει στα ελληνικά
κατανάλωση / αναψυκτικό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- consommation : κατανάλωση
- conso / consommation : κατανάλωση
- consommation : (κατ)ανάλωση
- glace / crème glacée : παγωτό
- usage intensif / consommation intensive : εντατική χρήση
- dépréciation / amortissement : απόσβεση
- vin de table : επιτραπέζιος οίνος
- VCC / vin de table : επιτραπέζιος οίνος
- section INT / section «Marché unique, production et consommation» : τμήμα INT / ειδικευμένο τμήμα "Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση"
- crème fraîche / crème de consommation : ανθόγαλα φρέσκο
Subscribe
0 Comments


