Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

constructible στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
constructible
λέγεται
κονστρυκτίμπλ
.
constructible
σημαίνει στα ελληνικά
οικοδομήσιμος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • constructible : οικοδομήσιμος
  • zone construite / zone constructible : περιοχή δόμησης
  • zone constructible / terrain de fondation : οικοδομήσιμη γη
  • zone peu construite / zone non constructible : μη δομημένη (αδόμητη περιοχή / μη δομημένη (αδόμητη) περιοχή
  • terrain constructible : οικοδομήσιμη γη / γη εντός σχεδίου ανάπτυξης
  • surface constructible / surface à bâtir nette : καθαρή δομήσιμη επιφάνεια

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments