Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

contenir στα ελληνικά
contenir
λέγεται
κοντνίρ
.
contenir
σημαίνει στα ελληνικά
περιέχω / χωράω / συγκρατώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- page / écran : οθόνη / πλαίσιο
- INFO 2000 / programme communautaire pluriannuel visant à stimuler le développement d'une industrie européenne de contenu multimédia et à encourager l'utilisation du contenu multimédia dans la nouvelle société de l'information : INFO 2000 / πολυετές κοινοτικό πρόγραμμα για την τόνωση της ανάπτυξης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας περιεχομένου των πολυμέσων και την ενθάρρυνση της χρήσης του περιεχομένου των πολυμέσων στη νεοεμφανιζόμενη κοινωνία των πληροφοριών
- contenant : αποθήκη / αποθηκευτικός χώρος
- contenant : δοχείο
- état / contenu : στιγμιαία κατάσταση βάσης δεδομένων
- contenu : περιεχόμενο
- contenants / matériau d'emballage : υλικό συσκευασίας
- contenants : είδη συσκευασίας
- EMILE / enseignement d'une matière intégré à une langue étrangère : διδασκαλία μη γλωσσικού μαθήματος μέσω μιας ξένης γλώσσας
Subscribe
0 Comments


