Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

contracter στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
contracter
λέγεται
κοντρακτέ
.
contracter
σημαίνει στα ελληνικά
συστέλλω / συνάπτω / μαζεύομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • incapacité / incapacité civile : δικαιοπρακτική ανικανότητα
  • partie / contractant : συμβαλλόμενο μέρος
  • preneur / souscripteur : αντισυμβαλλόμενος / λήπτης της ασφάλισης
  • contractant : συμβαλλόμενος
  • droit NPF / tarif de la nation la plus favorisée : ποσοστό που επιβάλλεται στα συμβαλλόμενα μέρη,τα οποία απολαύουν της μεταχειρίσεως του μάλλον / δασμός του μάλλον ευνοούμενου κράτους
  • se contracter : συστέλλομαι / συρρικνούμαι
  • État contractant : συμβαλλόμενο κράτος
  • maître d'oeuvre / contractant principal : κύριος κατασκευαστής / κύριος αντισυμβαλλόμενος
  • dette contractée / engagement financier : χρηματοπιστωτικές υποχρεώσεις / χρηματοπιστωτικοί τίτλοι που έχουν εκδοθεί

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments