Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

contracter στα ελληνικά
contracter
λέγεται
κοντρακτέ
.
contracter
σημαίνει στα ελληνικά
συστέλλω / συνάπτω / μαζεύομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- incapacité / incapacité civile : δικαιοπρακτική ανικανότητα
- partie / contractant : συμβαλλόμενο μέρος
- preneur / souscripteur : αντισυμβαλλόμενος / λήπτης της ασφάλισης
- contractant : συμβαλλόμενος
- droit NPF / tarif de la nation la plus favorisée : ποσοστό που επιβάλλεται στα συμβαλλόμενα μέρη,τα οποία απολαύουν της μεταχειρίσεως του μάλλον / δασμός του μάλλον ευνοούμενου κράτους
- se contracter : συστέλλομαι / συρρικνούμαι
- État contractant : συμβαλλόμενο κράτος
- maître d'oeuvre / contractant principal : κύριος κατασκευαστής / κύριος αντισυμβαλλόμενος
- dette contractée / engagement financier : χρηματοπιστωτικές υποχρεώσεις / χρηματοπιστωτικοί τίτλοι που έχουν εκδοθεί
Subscribe
0 Comments


