Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

contrebande στα ελληνικά
contrebande
λέγεται
κοντρμπάντ
.
contrebande
σημαίνει στα ελληνικά
λαθρεμπόριο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- contrebande : λαθρεμπόριο
- diamant de contrebande : λαθραίως διακινούμενα διαμάντια
- contrebande de cigarettes : λαθρεμπόριο τσιγάρων
- politique anti-contrebande : πολιτική κατά του λαθρεμπορίου
- trafic de matières nucléaires et radioactives : λαθρεμπόριο πυρηνικών και ραδιενεργών ουσιών / παράνομη διακίνηση πυρηνικών και ραδιενεργών ουσιών
- Accord pour lutter contre la contrebande et la contrefaçon de cigarettes : Συμφωνία για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου και των παραποιημένων προϊόντων και γενική απαλλαγή
Subscribe
0 Comments


