Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

contrecarrer στα ελληνικά
contrecarrer
λέγεται
κοντρκαρέ
.
contrecarrer
σημαίνει στα ελληνικά
εναντιώνομαι / πάω κόντρα / χαλάω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments


