Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

contrefaçon στα ελληνικά
contrefaçon
λέγεται
κοντρφασόν
.
contrefaçon
σημαίνει στα ελληνικά
παραποίηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- contrefaçon / faux-monnayage : παραχάραξη και κιβδηλεία / παραχάραξη
- contrefaçon : μίμηση / αντιγραφή
- contrefaçon : παραποιημένο έγγραφο / εξ υπαρχής πλαστό έγγραφο
- contrefaçon : παραχάραξη
- contrefaçon / faux billet : πλαστό / πλαστό νόμισμα
- ACAC / Accord commercial anti-contrefaçon : ACTA / εμπορική συμφωνία καταπολέμησης της παραποίησης
- CTSE / Centre technique et scientifique européen : ΕΤΕΚ / Ευρωπαϊκό Τεχνικό και Επιστημονικό Κέντρο
- CEC / Centre d'étude des contrefaçons : ΚΑΠΤ / Κέντρο ανάλυσης πλαστών
- sûr / protégé contre la contrefaçon : ασφαλής
- SSC / système de surveillance de la contrefaçon : CMS / σύστημα παρακολούθησης πλαστών
Subscribe
0 Comments


