Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

contrevent στα ελληνικά
contrevent
λέγεται
κοντρβάν
.
contrevent
σημαίνει στα ελληνικά
παραθυρόφυλλο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- brûlage à contrevent : αντίπυρ
- contrevent horizontal : οριζόντια αντιστήριξη
Subscribe
0 Comments


