Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

contrôle στα ελληνικά
contrôle
λέγεται
κοντρόλ
.
contrôle
σημαίνει στα ελληνικά
έλεγχος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- audit / contrôle : έλεγχος
- contrôle : έλεγχος
- contrôle : έλεγχος/ρύθμιση
- contrôle / monitorage : επιτήρηση / παρακολούθηση
- contrôle : έλεγχος / επαλήθευση
Subscribe
0 Comments


