Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

convaincant στα ελληνικά
convaincant
λέγεται
κονβενκάν
.
convaincant
σημαίνει στα ελληνικά
πειστικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- force probante des informations / caractère convaincant des informations probantes : πειστικότητα των ελεγκτικών τεκμηρίων
Subscribe
0 Comments


