Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

convenable στα ελληνικά
convenable
λέγεται
κονβνάμπλ
.
convenable
σημαίνει στα ελληνικά
κατάλληλος / ευπρεπής
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- logement décent / logement convenable : κατάλληλη στέγη
- emploi convenable / emploi satisfaisant : πρόσφορη θέση εργασίας / κατάλληλη θέση εργασίας
- addition d'eau convenable : νερό για ανάμιξη
- un laminoir d'écrouissage ou skin-pass donne à la tôle un état de surface convenable : η τελική επεξεργασία της επιφάνειας των λωρίδων γίνεται με έλαστρο σκλήρυνσης
Subscribe
0 Comments


