Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

convenable στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
convenable
λέγεται
κονβνάμπλ
.
convenable
σημαίνει στα ελληνικά
κατάλληλος / ευπρεπής
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • logement décent / logement convenable : κατάλληλη στέγη
  • emploi convenable / emploi satisfaisant : πρόσφορη θέση εργασίας / κατάλληλη θέση εργασίας
  • addition d'eau convenable : νερό για ανάμιξη
  • un laminoir d'écrouissage ou skin-pass donne à la tôle un état de surface convenable : η τελική επεξεργασία της επιφάνειας των λωρίδων γίνεται με έλαστρο σκλήρυνσης

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments