Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

converger στα ελληνικά
converger
λέγεται
κονβερζέ
.
converger
σημαίνει στα ελληνικά
συγκλίνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- carénage / diffuseur : διαχυτής / συγκεντρωτής
- convergent : συγκλίνων
- convergent : συγκλίνον τμήμα αναμείκτου
- convergent : εξαγωγή θαλάμου καύσης
- levé convergent : συγκλίνουσα αποτύπωση
- bouchon conique / bouchon pyramidal : διάταξη διατρημάτων προεκσκαφής πυραμιδοειδούς τύπου
- test convergent : συνεπής έλεγχος
- aéromoteur caréné / aéromoteur à venturi : αεροκινητήρας τύπου Venturi / ανεμογεννήτρια με συγκεντρωτή
- trafic centripète / trafic convergent : επίκεντρη συγκοινωνία / συγκοινωνία με κατεύθυνση προς το κέντρο
- essieu convergent / essieu à orientation libre : άξονας με δυνατότητα ελεύθερης περιστροφής
Subscribe
0 Comments


