Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

corbeille στα ελληνικά
corbeille
λέγεται
κορμπέιγ
.
corbeille
σημαίνει στα ελληνικά
καλάθι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- flein / panier : καλάθι / κάνιστρο μεταφοράς
- album / corbeille : περιοχή αποθήκευσης πρόσφατων διεργασιών
- wagon corbeille : βαγόνι κάνιστρο / φορτάμαξα με κάνιστρο
- boîte émettrice / corbeille "départ" : γραμματοκιβώτιο εξόδου
- deuxième corbeille de l'Acte final d'Helsinki / CSCE : ΔΑΣΕ/ Καλάθι ΙΙ
- deuxième corbeille : δεύτερη δέσμη
- corbeille à papier : καλάθι αχρήστων
- dossier "écriture" / corbeille "brouillons" : πρόχειρο
- corbeille de fleurs : πανέρι ανθέων
- cellule à corbeille : καλαθοκύτταρο
Subscribe
0 Comments


