Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

coréen στα ελληνικά
coréen
λέγεται
κορεάν
.
coréen
σημαίνει στα ελληνικά
κορεάτικος / Κορεάτης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- KEDO / Organisation pour le développement énergétique de la péninsule coréenne : KEDO / Οργανισμός Ενεργειακής Ανάπτυξης της Κορεατικής Χερσονήσου
- KRW / won sud-coréen : KRW / ουόν Νότιας Κορέας
- KSIA / association coréenne pour l'industrie des semi-conducteurs : ένωση κορεατικών βιομηχανιών ημιαγωγών
- KPW / won nord-coréen : KPW / ουόν Βόρειας Κορέας
- KAMA / Association des constructeurs automobiles coréens : KAMA / Ένωση Κορεατών Κατασκευαστών Αυτοκινήτων
- MUK / moule coréenne : Νοτιοκορεάτης
- KPW / won nord-coréen : γουόν Β.Κορέας / βορειοκορεάτικο γουόν
- KRW / won sud-coréen : γουόν Ν.Κορέας / νοτιοκορεάτικο γουόν
- Nord-Coréen : Βορειοκορεάτης
Subscribe
0 Comments


