Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

corporel στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
corporel
λέγεται
κορπορέλ
.
corporel
σημαίνει στα ελληνικά
σωματικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • mal / dommage : σωματική κάκωση
  • tissu / tissu (corporel : ιστός
  • bien corporel : ενσώματο αγαθό / υλικά περιουσιακά στοιχεία
  • LUVI / loi uniforme sur la vente internationale des objets mobiliers corporels : ομοιόμορφο δίκαιο για τη διεθνή πώληση κινητών αντικειμένων
  • IMC / indice de masse corporelle : δείκτης μάζας σώματος
  • poids corporel / poids du corps : σωματικό βάρος
  • sévice corporel : σωματική κάκωση
  • poids corporel : βάρος του σώματος
  • tissu corporel / tissu du corps : ιστός του σώματος
  • dose corporelle / dose au corps entier : ολοσωματική δόση / δόση ολοκλήρου του σώματος

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments