Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

correction στα ελληνικά
correction
λέγεται
κορεξιόν
.
correction
σημαίνει στα ελληνικά
διόρθωση / σωφρονισμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- déport / correction : μετατόπιση κατατομής / διόρθωση ύψους δοντιών
- correction : διορθωτική εκτίμηση για αρχική πρόβλεψη ύψους ζημιάς
- correction / correction immédiate : πρόχειρη διόρθωση
- raccord / correction : επίρραμα(διόρθωση)
- correction : διόρθωση
- correction / valeur de correction : διόρθωση
- régulation / correction d'un cours d'eau : ρύθμιση
- égalisation / compensation : ισοστάθμιση / διόρθωση συστήματος ακουστικών μετρήσεων
- régulation / égalisation : ισοστάθμιση
Subscribe
0 Comments


