Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

correctionnel στα ελληνικά
correctionnel
λέγεται
κορεξιονέλ
.
correctionnel
σημαίνει στα ελληνικά
σωφρονιστικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- EuroPris / Organisation européenne des services pénitentiaires et correctionnels : Europris / Ευρωπαϊκή οργάνωση φυλακών και σωφρονιστικών υπηρεσιών
- peine correctionnelle : ποινή επιβαλλόμενη λόγω διαπράξεως πλημμελήματος
- tribunal correctionnel : πλημμελειοδικείο
- Tribunal correctionnel : Πλημμελειοδικείον
Subscribe
0 Comments


