Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

corrosion στα ελληνικά
corrosion
λέγεται
κοροζιόν
.
corrosion
σημαίνει στα ελληνικά
διάβρωση / σκούριασμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- corrosion : διάβρωση/οξίδωση
- corrosion : διάβρωση
- corrosion : διάβρωσις
- irisation / corrosion de surface : Eπιφανειακή διάβρωση / ιριδισμός(κατά την αποθήκευση)
- COST 502 / Comité de gestion Cost 502 "Corrosion dans l'industrie de la construction" - Matériaux Brite : COST 502 / επιτροπή διαχείρισης Cost 502 "διάβρωση στην οικοδομική βιομηχανία"- υλικά Brite
- anti-corrosion : αντιδιαβρωτικό
- corrosion humide / corrosion galvanique : γαλβανική διάβρωση / ηλεκτρολυτική διάβρωση
Subscribe
0 Comments


