Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

corsaire στα ελληνικά
corsaire
λέγεται
κορσέρ
.
corsaire
σημαίνει στα ελληνικά
κουρσάρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- corsaire : κουρσάρικο / εξοπλισμένο εμπορικό σκάφος
Subscribe
0 Comments


