Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cortège στα ελληνικά
cortège
λέγεται
κορτέζ
.
cortège
σημαίνει στα ελληνικά
συνοδεία / πομπή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cortège ophiolitique / complexe ophiolitique : οφιολιθική σειρά / οφιολιθικό συγκρότημα
- circulation des cortèges : μετακίνηση των αντιπροσωπειών
Subscribe
0 Comments


