Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cosmétique στα ελληνικά
cosmétique
λέγεται
κοσμετίκ
.
cosmétique
σημαίνει στα ελληνικά
καλλυντικό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cosmétique / produit cosmétique : καλλυντικό
- cosmétique : καλλυντικό
- cosmétique : κοσμητικό / καλλυντικό
- cosmétiques / produits de beauté : καλλυντικά
- balsamaire / pot à cosmétique : βαζάκι καλλυντικών
- taux apparent / taux (d'intérêt) cosmétique : "διακοσμητικό" εικονικό επιτόκιο
- SCCNFP / Comité scientifique des produits cosmétiques et des produits non alimentaires destinés aux consommateurs : ΕΕΚΠΜΕΠ / Επιστημονική επιτροπή για τα καλλυντικά προϊόντα και τα μη εδώδιμα προϊόντα που προορίζονται για τους καταναλωτές
- COLIPA / comité de liaison des associations européennes de l'industrie de la parfumerie, des produits cosmétiques et de toilette : COLIPA / ευρωπαϊκή συνομοσπονδία βιομηχανιών καλλυντικών και ειδών υγιεινής
- acné cosmétique : ακμή καλλυντικών
- produit cosmétique : καλλυντικό
Subscribe
0 Comments


