Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cote στα ελληνικά
cote
λέγεται
κοτ
.
cote
σημαίνει στα ελληνικά
πέραση / στάθμη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cote : δελτίο τιμών χρηματιστηρίου
- cote : κωδικός εντοπισμού
- cote : αρίθμηση
- côte : ακτή
- côte / rachis : κεντρική νεύρωση
- côte : πλευρά
- côte / littoral : ακτογραμμή
- côte / tissu à côtes : ύφασμα σωληνωτό
- débit / côté passif : χρέωση
- côte : κεντρική νεύρωση
Subscribe
0 Comments


