Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

couché στα ελληνικά
couché
λέγεται
κουσέ
.
couché
σημαίνει στα ελληνικά
πλαγιαστός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- couche / couche de données : στρώμα
- gaine / couche : θήκη / στρώση
- tas / couche : στοιβάδα σπόρων
- couche / enveloppe : περίβλημα
- couche / strate : στρώμα
- couche / enduit : επίστρωση / επίχρισμα
- lange / couche : πάνα / σπάργανο
- couche : στρώμα
- assise / couche : στρώση
- couche : στρώμα / στρώση
Subscribe
0 Comments


