Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

coucher στα ελληνικά
coucher
λέγεται
κουσέ
.
coucher
σημαίνει στα ελληνικά
ξαπλώνω / κοιμίζω / κοιμάμαι / πλαγιάζω / se coucher πέφτω / δύω / ύπνος / πέσιμο / δύση / coucher de soleil ηλιοβασίλεμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- écaille / couche d'oxyde : στρώμα οξειδίου δημιουργούμενο σε υψηλή θερμοκρασία
- couche 3 / couche réseau : στρώμα δικτύου
- couche 6 / couche présentation : στρώμα παρουσίασης
- couche 5 / couche session : στρώμα συνεδριών
- couche 4 / couche transport : στρώμα μεταφοράς
- gelcoat / couche de finition : λεπτή στρώση / ζελατινώδης στρώση
- avorter / faire une fausse couche : αποβολή
- zone / horizon : ορίζων
- pli / face : στρώμα / στρώση
- aquifère / nappe aquifère : υδροφορέας / υδροφόρο στρώμα
Subscribe
0 Comments


