Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

coulisse στα ελληνικά
coulisse
λέγεται
κουλίς
.
coulisse
σημαίνει στα ελληνικά
παρασκήνιο / en coulisse στα κρυφά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- coulisse / pied coulissant : ολισθαίνον σκέλος
- coulisse : σύρτης
- coulisse : σταθερή στήριγγα / σταθερό υπογάστριο
- coulisse : κρίκος ρυμούλκησης
- coulisse : κραδαντήρ / ράβδος κραδασμού
- coulisse / articulation prismatique : πρισματική άρθρωση
- coulisse : αύλακας ολίσθησης
- coulisse : ανοιχτός σωλήνας αποχετεύσεως
- coulisse : συναλλαγή εκτός κύκλου / εξωχρηματιστηριακή συναλλαγή
- coulisse (Preferred) / filin : στίγγος / συστολέας
Subscribe
0 Comments


