Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

coup στα ελληνικά
coup
λέγεται
κου
.
coup
σημαίνει στα ελληνικά
χτύπημα / βολή / coup de pied κλοτσιά / coup de couteau μαχαιριά / coup de canon κανονιά / coup d’oeil ματιά / coup de fil τηλεφώνημα / coup d’Etat πραξικόπημα / coup de feu πυροβολισμός / coup dur πλήγμα / d’un seul coup μονομιάς / μονορούφι / tout a coup ξαφνικά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- choc / coup : κτυπημένη επιφάνεια
- coup : διαδρομή
- coup / course utile : διαδρομή εργασίας
- COUP / Colloque "Union politique" : Συμπόσιο "Πολιτική ΄Ενωση"
- trait / coup de senne : καλάδα / αλίευμα
- coupe / coupage : κόψιμο με ψαλίδι
- calée / trait : ψαριά / καλάδα
- cahot / martèlement : κραδασμός
- cpm / coups par minute : cpm / κρούσεις ανά λεπτό
- à-coup : ξαφνική ώθηση
Subscribe
0 Comments


