Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

courbaturé στα ελληνικά
courbaturé
λέγεται
κουρμπατυρέ
.
courbaturé
σημαίνει στα ελληνικά
πιασμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
