Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

coussin στα ελληνικά
coussin
λέγεται
κουσέν
.
coussin
σημαίνει στα ελληνικά
μαξιλαράκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pied / coussin : κούσιον
- coussin : μαξιλάρι
- coussin / sommier : μάσκα θόλου
- coussin / coussin de siège : μαξιλάρι καθίσματος
- réserve contracyclique (Preferred) / tampon : αντικυκλικά αποθέματα ασφαλείας
- aéroglisseur / véhicule à coussin d'air : hovercraft / αεροπροσκεφαλικό πλοίο
- aéroglisseur / appareil à coussin d'air : αερόστρωμνο όχημα / αερολισθαίνον όχημα
- sac gonflable / coussin gonflable : αερόσακος
- coussin d'air : αεροσακούλα / στρώμα αέρος
- coussin d'air / sac gonflable : αεροθάλαμος ασφαλείας / προστατευτικός αερόσακος αυτοκινήτων
Subscribe
0 Comments


