Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

coût στα ελληνικά
coût
λέγεται
κου
.
coût
σημαίνει στα ελληνικά
κόστος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- coût : κόστος / χρεώσεις
- CSU / coûts salariaux unitaires : κόστος εργασίας κατά μονάδα / ΚΕΑΜΠ
- ICM / indice du coût de la main-d'oeuvre : LCI / ΔΚΕ
- MCS / méthode des coûts standards : ΤΜΚ / τυποποιημένο μοντέλο κόστους
- CAF / c.a.f. : CIF / κόστος, ασφάλεια, ναύλος
- CMPC / coût moyen pondéré du capital : μέσο σταθμισμένο κόστος κεφαλαίου
- ACA / analyse coût-profit : ανάλυση κόστους-ωφέλειας / αξιολόγηση κόστους
- ECM / enquête sur le coût de la main-d'œuvre : έρευνα για το κόστος του εργατικού δυναμικού
- CMR / coût marginal de réduction : οριακό κόστος μείωσης των εκπομπών
Subscribe
0 Comments


