Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

couture στα ελληνικά
couture
λέγεται
κουτύρ
.
couture
σημαίνει στα ελληνικά
ράψιμο / ραπτική / ραφή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- couture : ραφή
- couture : συρραφή / πλακορραφή
- barbe / bavure : προεξοχή μετάλλου στην επιφάνεια χυτού αντικειμένου
- couture : κοπτική
- coutures : σχοινιά πλάγιας ενίσχυσης
- rabattage / rabattage de la couture : πλάτυνση επιρραφής
- forte couture / marque de joint : ραφή καλουπιού
- couture à sac : στρίφωμα / τρύπωμασ
Subscribe
0 Comments


