Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

couver στα ελληνικά
couver
λέγεται
κουβέ
.
couver
σημαίνει στα ελληνικά
κλωσώ / κρύβω / εγκυμονώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- couvée : επώασις
- oeuf couvé : επωασθέν αυγό / επωασμένο αυγό
- oeuf couvé : αυγό που έχει υποστεί επώαση
- feu couvant : υποβόσκουσα πυρκαγιά
- feu couvant : υποβόσκουσα πυρκαϊά
- incandescence / feu couvrant : βραδεία, άφλογος καύση / ατελής καύση
- œufs à couver : αυγό επώασης / αυγό προς επώαση
- feu qui couve : επώαση
- soins à couvée : φροντίδα αναπαραγωγής
Subscribe
0 Comments


