Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

couvercle στα ελληνικά
couvercle
λέγεται
κουβέρκλ
.
couvercle
σημαίνει στα ελληνικά
καπάκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vitrage / couvercle : διαφανές κάλυμμα συλλέκτη
- couvercle : καπάκι
- couvercle : Mεταλλικό σκέπασμα
- couvercle : κάλυμμα
- couvercle : καπάκι / κεφαλή
- couvercle / plaque pleine : κάλυμμα ανθρωποθυρίδας / κάλυμμα στομίου επίσκεψης
- couvercle / calotte de brûleur : καλύπτρα καυστήρα
- culasse / couvercle : πώμα κυλίνδρου
- couvercle : καπάκι / σκέπασμα
Subscribe
0 Comments


