Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

crâner στα ελληνικά
crâner
λέγεται
κρανέ
.
crâner
σημαίνει στα ελληνικά
κορδώνομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- crâne : κρανίο
- chordo-crâne : χορδοκρανίο
- base du crâne : βάσις του κρανίου
- crâne en tour / tête à la thersite : οξυκεφαλία / μακροκεφαλία
- crâne membraneux / voûte membraneuse du crâne : μάζα του μεσοδέρματος κατά το κεφαλικό άκρο της νωτιαίας χορδής του εμβρύου,που εξελίσσεται σε κρανίο
- crâne membraneux : μεμβρανώδης κεφαλή
- crâne "pierre ponce" / aspect ouaté du crâne : νεφελοειδές κρανίο
- branchiomérie du crâne : βραγχιομέρεια του κρανίου
- partie faciale du crâne : σπλαγχνικό κρανίο
- crâne en bord de chapeau : κρανίο στο γύρο του καπέλλου
Subscribe
0 Comments


