Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cravate στα ελληνικά
cravate
λέγεται
κραβάτ
.
cravate
σημαίνει στα ελληνικά
γραβάτα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cravate : γραβάτα
- cravate : Δίπλωμα λαιμού
- col-cravate : περιλαίμιο-λαιμοδέτης
- fixe-cravate : στερεωτής γραβάτας
- micro cravate / micro sautoir : μικρόφωνο πέτου / μικρόφωνο μπουτονιέρας
- épingle de cravate : καρφίτσα γραβάτας
- tourterelle à cravate noire / tourterelle à masque de fer : oena capensis
Subscribe
0 Comments


